Η υπέρταση… σκοτώνει τον έρωτα

Πριν αγοράσετε Βιάγκρα από το φαρμακείο, ίσως θα πρέπει να προμηθευτείτε πρώτα ένα… πιεσόμετρο! Η αυξημένη αρτηριακή πίεση- συχνά αδιάγνωστη ή μη καλά ρυθμισμένη έχει αποδειχθεί ότι βλάπτει σοβαρά τη σεξουαλική ζωή. Ο αποκαλούμενος «σιωπηλός φονιάς» μπορεί – εκτός των άλλων σοβαρών επιπτώσεων στην υγεία- να προκαλέσει στυτική δυσλειτουργία στους άνδρες, ενώ είναι πιθανό να είναι υπεύθυνος και για τη μείωση της ερωτικής επιθυμίας και της ικανοποίησης των γυναικών.

Ο λέκτορας Καρδιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών και υπεύθυνος της Μονάδας Υπέρτασης στο Ιπποκράτειο Νοσοκομείο κ. Κωνσταντίνος Τσιούφης εξηγεί πώς η υψηλή πίεση προκαλεί διαταραχές στη σεξουαλική λειτουργία και συμβουλεύει τι πρέπει να κάνετε σε μια τέτοια περίπτωση. Προειδοποιεί, επιπλέον, ότι η στυτική δυσλειτουργία μπορεί να αποτελεί κώδωνα κινδύνου για μελλοντικά αγγειακά προβλήματα στην καρδιά και στον εγκέφαλο.

Η υπέρταση βλάπτει τη σεξουαλική ζωή

H αιτία της κακής ή υποτονικής σεξουαλικής ζωής σας μπορεί να είναι η – συχνά χωρίς άλλα συμπτώματα- αυξημένη πίεσή σας. Η υπέρταση τριπλασιάζει τις πιθανότητες στυτικής δυσλειτουργίας και ένας στους τρεις πενηντάρηδες με αυξημένη πίεση αντιμετωπίζει προβλήματα στη σεξουαλική ζωή του.

«Η αυξημένη αρτηριακή πίεση, μόνη της ή σε συνδυασμό με την ηλικία, το κάπνισμα, την κατάχρηση αλκοόλ, τον σακχαρώδη διαβήτη και την αυξημένη χοληστερόλη, συμβάλλει σημαντικά στην πρόκληση στυτικής δυσλειτουργίας», εξηγεί ο κ. Κωνσταντίνος Τσιούφης, λέκτορας της Α΄ Πανεπιστημιακής Καρδιολογικής Κλινικής, υπεύθυνος της Μονάδας Υπέρτασης στο Ιπποκράτειο Νοσοκομείο Αθηνών. «Ενώ έως τη δεκαετία του 1980 επικρατούσε η άποψη ότι η στυτική δυσλειτουργία οφείλεται κυρίως σε ψυχικά αίτια, σήμερα πιστεύουμε πως σε ποσοστό άνω του 80% οφείλεται σε αγγειακά αίτια, που σχετίζονται με τη δυσλειτουργία ενδοθηλίου και την αθηρωμάτωση των αρτηριών του πέους. Σε νεαρά άτομα με περιστασιακή στυτική δυσλειτουργία τα ψυχικά αίτια είναι πιο συνήθη, αλλά σε άτομα μεγαλύτερης ηλικίας πρωτεύοντα ρόλο κατέχουν τα αγγειακά».

Ο «μηχανισμός» των διαταραχών

Η σχέση υπέρτασης και διαταραχών στη σεξουαλική λειτουργία έχει αποδειχθεί σε πολλές μελέτες. «Η αυξημένη αρτηριακή πίεση έχει βρεθεί ότι τριπλασιάζει την πιθανότητα εμφάνισης στυτικής δυσλειτουργίας», λέει ο κ. Τσιούφης. Υπολογίζεται ότι 1 στους 3 υπερτασικούς άνδρες άνω των 50 ετών παρουσιάζει κάποιο βαθμό στυτικής δυσλειτουργίας. Αυτό οφείλεται σε μεγάλο ποσοστό στο γεγονός ότι η αυξημένη αρτηριακή πίεση προκαλεί δυσλειτουργία του ενδοθηλίου και προάγει την αθηρωμάτωση σε ολόκληρο το αρτηριακό δένδρο του ανθρωπίνου σώματος, φυσικά και στις αρτηρίες του πέους.

Η στύση είναι «αιμοδυναμικό» φαινόμενο, για την επίτευξή της οποίας- εκτός από τον σεξουαλικό ερεθισμό- απαραίτητη είναι η απελευθέρωση ενός αγγειοδιασταλτικού μορίου, του μονοξειδίου του αζώτου, από τα ενδοθηλιακά κύτταρα. Αυτό το μόριο- μέσω μιας σειράς αντιδράσεων- οδηγεί στη χάλαση των λείων μυϊκών κυττάρων του πέους με αποτέλεσμα τη διάταση των πεϊκών αρτηριών, τη μεγάλη συσσώρευση αίματος στα σηραγγώδη σώματα του πέους, την τοπική αύξηση της ενδοσηραγγώδους πιέσεως (που φθάνει έως τα 100 mmΗg ) και- ως τελικό αποτέλεσμα- τη στύση. «Επομένως, για να επιτευχθεί ικανοποιητική στύση απαιτείται κανονική λειτουργία του ενδοθηλίου για επαρκή διάταση των αρτηριών του πέους. Αν υπάρχει δυσλειτουργία του ενδοθηλίου, όπως συμβαίνει με την επίδραση της αυξημένης πίεσης, δεν παράγεται αυτό το μονοξείδιο του αζώτου σε επαρκή ποσότητα και δεν χαλαρώνουν επαρκώς οι μύες του πέους για να γεμίσουν με αίμα, με συνέπεια τη μη ικανοποιητική στύση».

«Καμπανάκι» για έμφραγμα

Η εμφάνιση λοιπόν στυτικής δυσλειτουργίας στον υπερτασικό άνδρα σημαίνει δυσλειτουργία του ενδοθηλίου και παρουσία αθηρωμάτωσης. Συχνά, οι διαταραχές στη σεξουαλική ζωή προηγούνται των καρδιολογικών προβλημάτων και κρούουν έγκαιρα τον κώδωνα κινδύνου. «Οι κλινικές εκδηλώσεις της αθηρωμάτωσης από τα διάφορα όργανα δεν εμφανίζονται ταυτόχρονα», επισημαίνει ο κ. Τσιούφης. «Αν λάβουμε υπ΄ όψιν ότι οι πεϊκές αρτηρίες έχουν πολύ μικρότερο μέγεθος (1-2 χιλιοστά) από τις στεφανιαίες (3-4 χιλιοστά) ή τις αρτηρίες των ποδιών (6-8 χιλιοστά), γίνεται εύκολα αντιληπτό ότι η στυτική δυσλειτουργία μπορεί να εκδηλωθεί χρονικά πολύ νωρίτερα από αντίστοιχες διαταραχές στις στεφανιαίες αρτηρίες (στηθάγχη) ή στις αρτηρίες των ποδιών (διαλείπουσα χωλότητα)».

Σε πρώιμο στάδιο, το ίδιο αθηρωματικό φορτίο που προκαλεί στυτική δυσλειτουργία, είναι λιγότερο πιθανό να προκαλέσει σημαντική στένωση στις στεφανιαίες αρτηρίες και τις αρτηρίες του εγκεφάλου και των κάτω άκρων. Με την πρόοδο όμως της αθηρωματικής νόσου, προσβάλλονται και αυτές οι μεγαλύτερες αρτηρίες με αντίστοιχες κλινικές εκδηλώσεις.

«Μελέτες σε ασθενείς με αγγειογραφικώς επιβεβαιωμένη στεφανιαία νόσο έδειξαν υψηλό ποσοστό στυτικής δυσλειτουργίας, σοβαρού βαθμού σχεδόν στις μισές περιπτώσεις», μας πληροφορεί ο κ. Τσιούφης. «Βρέθηκε μάλιστα στην πλειονότητα των εξετασθέντων ότι η εμφάνιση στυτικής δυσλειτουργίας προηγήθηκε της εμφάνισης στεφανιαίας νόσου (κατά 38 μήνες, κατά μέσο όρο)». Πολλές τέτοιες μελέτες υποστήριξαν ότι η στυτική δυσλειτουργία μπορεί να αποτελεί πρώιμη κλινική εκδήλωση διάχυτης και υποκλινικής (δηλαδή, χωρίς συμπτώματα) αγγειακής νόσου. «Σήμερα θεωρούμε ότι η επίπτωση στυτικής δυσλειτουργίας είναι μεγαλύτερη στους ασθενείς με καρδιαγγειακά νοσήματα σε σχέση με τον γενικό πληθυσμό. Αντίστροφα, εμφάνιση στυτικής δυσλειτουργίας σε άνδρα χωρίς καρδιολογικό ιστορικό πιθανώς να αποτελεί δείκτη υποκλινικής στεφανιαίας νόσου», προειδοποιεί ο κ. Τσιούφης.

Ο ασθενής, ιδίως ο υπερτασικός, πρέπει λοιπόν να ερωτάται από τον γιατρό για τη σεξουαλική λειτουργία του στο πλαίσιο εκτίμησης του συνολικού καρδιαγγειακού κινδύνου. «Οι ασθενείς με στυτική δυσλειτουργία πρέπει να θεωρούνται υψηλού κινδύνου για μελλοντική εμφάνιση στεφανιαίας νόσου και να αντιμετωπίζονται επιθετικότερα, όχι μόνο με ρύθμιση της πίεσης αλλά και με χαμηλή χοληστερόλη, διακοπή καπνίσματος, μείωση σωματικού βάρους και τακτική άσκηση», τονίζει ο κ. Τσιούφης.

Σπάει το ταμπού, αυξάνονται οι διαγνώσεις

Στυτική δυσλειτουργία είναι η αδυναμία να επιτευχθεί και να διατηρηθεί στύση που να είναι επαρκής για ικανοποιητική σεξουαλική επαφή. Η αδυναμία αυτή μπορεί να είναι μόνιμη ή να εμφανίζεται επανειλημμένως.

Η αναγνώριση της στυτικής δυσλειτουργίας ως προβλήματος υγείας και η κατάργησή της ως θέματος ταμπού, καθώς και η ανακάλυψη των νέων αποτελεσματικών φαρμάκων για την αντιμετώπισή της, οδήγησε σε εντυπωσιακή αύξηση του αριθμού των ανδρών που ζητούν να εξετασούν γι΄ αυτό το πρόβλημα τα τελευταία χρόνια. Έτσι, ενώ το 2000 μόνο 5% των ανδρών άνω των 45 ετών ανέφερε ότι αναζήτησε ή λαμβάνει αγωγή για στυτική δυσλειτουργία, νεώτερα στοιχεία (από τις ΗΠΑ) δείχνουν ότι ένας στους πέντε άνδρες άνω των 45 ετών έχουν πάρει τέτοιο φάρμακο.

Παρ΄ όλα αυτά, οι επιστήμονες τονίζουν πως αυτή η διαταραχή παρ΄ ότι εμφανίζεται συχνά, ακόμα υποδιαγιγνώσκεται και υποθεραπεύεται. Επίσης υπογραμμίζουν ότι η στυτική δυσλειτουργία προκαλεί μεγάλο στρες και χαμηλή αυτοεκτίμηση, επηρεάζοντας σημαντικά την ψυχική υγεία και τελικά την ποιότητα ζωής του ανθρώπου.

Λόγω της αύξησης του προσδόκιμου επιβίωσης, οι ασθενείς με στυτική δυσλειτουργία αναμένεται να έχουν διπλασιαστεί έως το 2025. Έτσι, ενώ το 1995 υπολογιζόταν ότι περίπου 152 εκατ. άνδρες έπασχαν παγκοσμίως από στυτική δυσλειτουργία, η πρόβλεψη για το 2025 είναι 322 εκατ. άνδρες. Σε πρόσφατη μεγάλη μελέτη που διενεργήθηκε σε 28.000 άνδρες σε 8 χώρες (μελέτη ΜΑLΕS), 16% των ερωτηθέντων ανέφερε ότι πάσχει από στυτική δυσλειτουργία.

Οι συνέπειες των αντιυπερτασικών φαρμάκων

Μερικές φορές, η στυτική δυσλειτουργία στον υπερτασικό άνδρα αποδίδεται στην αντιυπερτασική αγωγή που λαμβάνει (ως παρενέργειά της), με αποτέλεσμα είτε να μην παίρνει αυτός πάντοτε τα φάρμακά του είτε να τα διακόπτει. «Εν τούτοις, η συσχέτιση της στυτικής δυσλειτουργίας με τα αντιυπερτασικά φάρμακα δεν έχει τεκμηριωθεί επαρκώς με σχετικές μελέτες», λέει ο κ. Τσιούφης.

«Πάντως, κάποιες μελέτες δείχνουν συσχέτιση της στυτικής δυσλειτουργίας με τη λήψη διουρητικών ή β-αναστολέων. Αντίθετα, δεν ενοχοποιούνται οι άλλες κατηγορίες αντιυπερτασικών φαρμάκων, όπως οι αναστολείς ασβεστίου, οι αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτασίνης και οι αναστολείς των ΑΤ1 υποδοχέων της αγγειοτασίνης. Μάλιστα, οι τελευταίοι έχουν δείξει (σε περιορισμένο αριθμό μελετών) ότι πιθανώς να βελτιώνουν τη στυτική λειτουργία».

Πολλές φορές, η τροποποίηση της αντιυπερτασικής αγωγής- με την αποφυγή διουρητικών και β-αναστολέων- συμβάλλει στη βελτίωση της στυτικής λειτουργίας του υπερτασικού άνδρα. «Η ψυχολογική υποστήριξη του ασθενούς, η βελτίωση του τρόπου ζωής του- επί το υγιεινότερον- και η κατάλληλη αντιυπερτασική αγωγή, συνήθως είναι αρκετές στις περισσότερες περιπτώσεις για τη λύση του προβλήματος της στυτικής δυσλειτουργίας», συνιστά ο γιατρός.

Πότε επιτρέπεται η χορήγηση βιάγκρα στους υπερτασικούς

Oι αναστολείς της φωσφοδιεστεράσης (ένζυμο που εμπλέκεται στη διαδικασία χάλασης των λείων μυϊκών ινών του πέους προκειμένου να επιτευχθεί στύση) αποτελούν τη σύγχρονη φαρμακευτική αντιμετώπιση της στυτικής δυσλειτουργίας, με απλά χάπια από το στόμα. «Είναι θεραπεία πρώτης επιλογής, αποτελεσματική και γενικώς καλά ανεκτή ακόμη και σε ασθενείς με καρδιαγγειακά νοσήματα, βέβαια και στους υπερτασικούς», διαβεβαιώνει ο κ. Τσιούφης. «Αγωγή με τέτοια φάρμακα (σιλδεναφίλη, βαρντεναφίλη, τανταλαφίλη) βελτίωσε τη στυτική λειτουργία σε υπερτασικούς ή στεφανιαίους ασθενείς (που δεν ελάμβαναν νιτρώδη) σε ποσοστό 70% έναντι 20% του placebo».

Η αλληλεπίδραση

Επιτρέπεται όμως να παίρνει κανείς ταυτόχρονα φάρμακα για την πίεση και το σεξ; «Δεν υπάρχει κίνδυνος από τη συγχορήγηση φαρμάκων για τη στυτική δυσλειτουργία και αντιυπερτασικών φαρμάκων, όπως οι βαναστολείς, αναστολείς ασβεστίου, αναστολείς μετατρεπτικού ενζύμου ή αναστολείς των υποδοχέων αγγειοτασίνης, διουρητικών ή ασπιρίνης», απαντά ο κ. Τσιούφης. «Τα φάρμακα για τη στυτική δυσλειτουργία, λόγω αγγειοδιαστολής, προκαλούν μικρή πτώση της πίεσης (έως 8-10 mmΗg της συστολικής και έως 5-6 mmΗg της διαστολικής), με τη μέγιστη υποτασική δράση τους να εκδηλώνεται μία ώρα από τη χορήγηση και με επιστροφή στις αρχικές τιμές πίεσης τέσσερις ώρες μετά τη χορήγηση».

Πότε απαγορεύεται

Προσοχή, όμως! Απόλυτη αντένδειξη για τη χορήγηση φαρμάκων για τη στυτική δυσλειτουργία αποτελεί η λήψη νιτρωδών φαρμάκων σε οποιαδήποτε μορφή τους (χάπι, δερματικό patch). Η ταυτόχρονη λήψη προκαλεί σημαντική πτώση της πίεσης, με συνοδά συμπτώματα (κεφαλαλγία, ζάλη, ναυτία) ή πρόκληση καρδιακών επεισοδίων. Επιπλέον, η χορήγηση νιτρωδών πρέπει να αποφεύγεται για τουλάχιστον 24 ώρες μετά τη λήψη φαρμάκων για τη στυτική δυσλειτουργία και, εφόσον αυτή απαιτείται, γίνεται υπό την εντατική ιατρική παρακολούθηση του αρρώστου.

«Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται και στην περίπτωση των υπερτασικών ασθενών που λαμβάνουν α-αναστολείς και έχουν ανάγκη συγχορήγησης φαρμάκων για τη στυτική δυσλειτουργία», συμβουλεύει ο κ. Τσιούφης. «Οι α-αναστολείς αν και έχουν αντιυπερτασική δράση, σήμερα δεν χρησιμοποιούνται ευρέως, παρά μόνο εάν υπάρχουν ειδικοί λόγοι (όπως, π.χ., υπερτροφία προστάτη). Καλό είναι να αποφεύγεται η ταυτόχρονη λήψη των “θαυματουργών” χαπιών».

Ερευνούν τις επιπτώσεις και στις γυναίκες

Η επίπτωση της αυξημένης αρτηρικής πίεσης στη σεξουαλική λειτουργία των γυναικών δεν έχει ερευνηθεί επαρκώς.

Όπως όμως αναφέρουν οι ειδικοί της Κλινικής Μάγιο στις ΗΠΑ, είναι πιθανό να υπάρχει σχέση μεταξύ μειωμένης σεξουαλικής ικανοποίησης των γυναικών και υπέρτασης. Η υψηλή πίεση μπορεί να μειώσει τη ροή του αίματος προς τον κόλπο. Σε ορισμένες γυναίκες, αυτό οδηγεί σε μείωση της σεξουαλικής επιθυμίας, ξηρότητα του κόλπου ή δυσκολία επίτευξης οργασμού.

Leave a Reply

error: