Το σύνδρομο μακρού QT (Long QT Syndrome – LQTS) είναι μία διαταραχή της ηλεκτρικής δραστηριότητας της καρδιάς που χαρακτηρίζεται από επιμήκυνση του διαστήματος QT στο ηλεκτροκαρδιογράφημα και έχει συσχετιστεί με αρρυθμίες απειλητικές για τη ζωή και αιφνίδιο καρδιακό θάνατο. Συναντάται σε συχνότητα 1/2.000-25.000 γεννήσεις και η συνήθης ηλικία εμφάνισης των συμπτωμάτων είναι τα 12 έτη ή και νωρίτερα σε πιο επιθετικές μορφές του συνδρόμου. Το σύνδρομο μπορεί να εκδηλωθεί με αίσθημα παλμών, συγκοπή, «επιληπτικούς» σπασμούς, ενώ η πιο τραγική εκδήλωση μπορεί να είναι ο αιφνίδιος θάνατος. Η διάγνωση είναι απλή, γίνεται με απλές μετρήσεις στο ηλεκτροκαρδιογράφημα, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις η δοκιμασία κόπωσης και η 24ωρη καταγραφή ρυθμού βοηθούν στην αποκάλυψη του συνδρόμου. Το σύνδρομο μακρού QT μπορεί να είναι συγγενές, δηλαδή να υπάρχει από τη γέννηση,  ή επίκτητο, να οφείλεται δηλαδή σε λήψη φαρμάκων (αντιαρρυθμικά, αντιψυχωσικά, αντιβιοτικά) ή σε ηλεκτρολυτικές διαταραχές (χαμηλά επίπεδα καλίου, μαγνησίου, ασβεστίου). Το συγγενές σύνδρομο μακρού QT είναι κληρονομούμενη πάθηση, οφείλεται σε γονιδιακές μεταλλάξεις, και είναι η πιο συχνή αιτία αιφνιδίου θανάτου σε νέα υγιή άτομα χωρίς υποκείμενη δομική καρδιοπάθεια.

Διακρίνονται 3 τύποι του συνδρόμου με διαφορετική πρόγνωση αφού οι κακοήθεις αρρυθμίες μπορεί να πυροδοτηθούν σε διάφορες καταστάσεις ανάλογα με τον τύπο του συνδρόμου. Συνήθως μπορούν να συμβούν κατά την άσκηση και συγκεκριμένα την κολύμβηση, σε καταστάσεις έντονης συναισθηματικής φόρτισης ή έπειτα από ξαφνικό θόρυβο ή στον ύπνο. Σε υποψία συνδρόμου μακρού QT, αφού πρώτα αποκλειστούν δευτεροπαθή αίτια, ο στοχευμένος γενετικός έλεγχος θα επιβεβαιώσει τη διάγνωση. Η υπεύθυνη γενετική μετάλλαξη ανευρίσκεται σε ποσοστό 70%-80%. Τα άτομα με σύνδρομο μακρού QT πρέπει να αποφεύγουν ορισμένα φάρμακα, την αφυδάτωση, τις ηλεκτρολυτικές διαταραχές, και πιθανούς πυροδότες αρρυθμικών επεισοδίων, όπως κολύμβηση, έντονο στρες, ξαφνικούς θορύβους (θορυβώδη ξυπνητήρια). Θεραπευτικά ασθενείς με σύνδρομο μακρού QT λαμβάνουν κατά κύριο λόγο μη εκλεκτικούς  β αναστολείς (προπρανολόλη, ναδολόλη). Απινιδωτής θα εμφυτευθεί στους ασθενείς υψηλού κινδύνου, δηλαδή σε αυτούς  που επέζησαν καρδιακής ανακοπής ή που εμφανίζουν συμπτώματα παρά τη φαρμακευτική αγωγή.

Η πρόγνωση γενικά εξαρτάται από τον τύπο του συνδρόμου – ο τύπος 1 υπό αγωγή με β αναστολέα έχει την καλύτερη πορεία. Γενικά είναι καλή με μόνο το 4%-5% των επεισοδίων να είναι θανατηφόρα.