Πολλοί άνθρωποι συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν επιπτώσεις στη σωματική και ψυχική υγεία τους 4 εβδομάδες μετά από COVID-19 λοίμωξη, γνωστό ως Long COVID σύνδρομο.

Η δυσαυτονομία – δηλαδή οι διαταραχές του αυτόνομου νευρικού συστήματος – είναι μία από τις επιπτώσεις του συνδρόμου. Το αυτόνομο νευρικό σύστημα περιλαμβάνει το συμπαθητικό που ελέγχει την κατάσταση «μάχης ή φυγής» και το παρασυμαθητικό νευρικό σύστημα που ελέγχει την απόκριση «ξεκούραση και πέψη».

Η δυσαυτονομία έχει πολλές κλινικές εκφράσεις αλλά κυρίως εκδηλώνεται ως  ορθοστατική υπόταση. Εκτιμάται ότι περίπου 66% των ατόμων με Long COVID έχουν μέτρια ή σοβαρή δυσαυτονομία. Επηρεάζει κυρίως τις ηλικίες 15-45 ετών και το 80% εμφανίζεται σε γυναίκες. Ακόμα και οι ήπιες περιπτώσεις COVID-19 μπορεί να οδηγήσουν σε σημαντική δυσλειτουργία του αυτονόμου συστήματος.

Οι μελέτες ανέδειξαν ότι το 2%-14% των ατόμων με Long COVID θα αναπτύξουν σύνδρομο ορθοστατικής ταχυκαρδίας (POTS) 6-8 μήνες μετά την οξεία λοίμωξη. Οι πιθανοί μηχανισμοί περιλαμβάνουν την είσοδο του ιού στο εγκεφαλικό στέλεχος (όπου βρίσκονται τα κέντρα της αναπνοής και των καρδιακών λειτουργιών), την επίμονη φλεγμονή και την υποξία. Επιπλέον, φαίνεται να σχετίζεται με αυτοάνοσες διαταραχές, όπως π.χ. σκλήρυνση κατά πλάκας και κοιλιοκάκη, ενώ τα συμπτώματα μπορεί να επιδεινωθούν λόγω άγχους, ασθένειας ή υπερέντασης.

Η ορθοστατική υπόταση ορίζεται ως η πτώση της συστολικής αρτηριακής πίεσης πάνω από 20 mmHg ή περισσότερο από 10 mmHg της διαστολικής ή και τα δύο στην όρθια στάση. Τα συμπτώματα μπορεί να εμφανιστούν μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα έως λίγα λεπτά από την ορθοστασία και αφορούν κυρίως ζάλη και λιποθυμία. Σε άτομα με POTS, μειωμένος όγκος αίματος επιστρέφει στην καρδιά κατά την έγερση σε όρθια στάση, προκαλώντας ζάλη και λιποθυμία με γρήγορο καρδιακό παλμό (αύξηση πάνω από 30 σφύξεις σε σχέση με την προηγούμενη θέση του σώματος) μέσα σε 10 λεπτά ορθοστασίας, που ανακουφίζεται ξαπλώνοντας. Επίσης, έχουν παρατηρηθεί συνοδά συμπτώματα κούρασης, στηθάγχης, δύσπνοιας, χαρακτηριστικής «ομίχλης» του εγκεφάλου (αδυναμία συγκέντρωσης). Τα συμπτώματα της δυσαυτονομίας μπορεί να είναι απρόβλεπτα. Κυμαίνονται από ήπια έως σοβαρά, διαλείποντα ή σταθερά και διαφέρουν από άτομο σε άτομο. Αυτό δυσκολεύει τη διάγνωση και τη διαχείριση.

Δεν υπάρχει θεραπεία, ωστόσο υπάρχουν τρόποι διαχείρισης των συμπτωμάτων. Τα άτομα αυτά προτείνεται να απευθυνθούν σε επαγγελματίες υγείας στα Post COVID ιατρεία ή σε ειδικές μονάδες όπως η Μονάδα Νευροκαρδιολογίας ή η Μονάδα Συμπεριφορικής Καρδιολογίας της Α’ Καρδιολογικής Κλινικής του Πανεπιστημίου Αθηνών στο Ιπποκράτειο Νοσοκομείο  προκειμένου να διαχειριστούν τα συμπτώματα.

Τεχνικές χαλάρωσης (γιόγκα, διαλογισμός, ασκήσεις βαθιάς αναπνοής), διαχείριση της κόπωσης (τακτικό πρόγραμμα ύπνου, αποφυγή πολλαπλών εργασιών την ημέρα με σταδιακή κλιμάκωση των δραστηριοτήτων) και αλλαγή διατροφής (πολλά μικρότερα γεύματα, 2 λίτρα νερό την ημέρα, αύξηση της πρόσληψης άλατος σε 3-5 γραμμάρια την ημέρα, αποφυγή αλκοόλ) βοηθούν σημαντικά.

Συμβουλευτικά προτείνεται η άνοδος του προσκέφαλου του κρεβατιού κατά τον ύπνο, η διατήρηση ομοιόμορφης θερμοκρασίας, η χρήση ελαστικών καλτσών κάτω άκρων και η αερόβια άσκηση (π.χ. κολύμπι, κωπηλασία) απογεύγοντας την παρατεταμένη όρθια θέση. Μελέτες ανέδειξαν ότι άτομα με δυσαυτονομία μετά από COVID-19 ανάρρωσαν εντός ενός-τριών ετών από τη νόσηση.

Σχετικά Άρθρα

Πρόσφατα Άρθρα