Το ουρικό οξύ αποτελεί το τελικό προϊόν αποδόμησης των πουρινών,  ουσιών απαραίτητων στον οργανισμό καθώς αποτελούν βασικό συστατικό του DNA. Παράγεται κυρίως στο ήπαρ και αποβάλλεται κατά κύριο λόγο από τους νεφρούς.

Η αύξηση των επιπέδων του ουρικού οξέος στο αίμα (άνω των 6 mg/dL στις γυναίκες και άνω των 7 mg/dL στους άνδρες) ονομάζεται  υπερουριχαιμία. Οφείλεται είτε στην αυξημένη  κατανάλωση τροφών πλούσιων σε πουρίνες  (πχ  όπως το κόκκινο κρέας, τα εντόσθια, το κρέας από κυνήγι, τα θαλασσινά, η φρουκτόζη και το αλκοόλ  και ιδιαίτερα η μπύρα ) είτε  σε αυξημένη  αποδόμηση των πουρινών (πχ  όπως συμβαίνει σε διάφορες νόσους πχ στη ψωρίαση ή σε περιπτώσεις χημειοθεραπείας) είτε στη μειωμένη απέκκρισή του (πχ λόγω νεφρικής βλάβης ή λήψης κάποιων φαρμάκων).

Η υπερουριχαιμία  μπορεί να οδηγήσει στη δημιουργία κρυστάλλων ουρικού οξέος οι οποίοι εναποτίθενται  κυρίως στους  νεφρούς  προκαλώντας λιθίαση ή στις αρθρώσεις προκαλώντας ουρική αρθρίτιδα. Μάλιστα, η πρώτη τεκμηρίωση της ποδάγρας  έγινε στην Αίγυπτο το 2600 π.Χ.  με την  περιγραφή αρθρίτιδας στο μεγάλο δάκτυλο του ποδιού.  Θεωρήθηκε στο παρελθόν ως η ασθένεια των βασιλέων ή των πλουσίων λόγω της στενής σχέσης της υπερουριχαιμίας με την παχυσαρκία, το μεταβολικό σύνδρομο , τον σακχαρώδη διαβήτη και την αρτηριακή υπέρταση. Όσοι έχουν παρουσιάσει επεισόδιο ουρικής αρθρίτιδας έχουν 25% αυξηµένο κίνδυνο για καρδιαγγειακό θάνατο. Από παθοφυσιολογικής πλευράς, η  υπερουριχαιμία σχετίζεται  πιθανώς με το οξειδωτικό στρες  προκαλώντας βλάβη  στο ενδοθήλιο των αγγείων.

Στις περισσότερες όμως περιπτώσεις η υπερουριχαιμία   μπορεί να είναι τελείως ασυμπτωματική.  Σήμερα   γνωρίζουμε ότι και  σε ασυμπτωματικά άτομα οι αυξημένες τιμές ουρικού οξέος μπορεί να προδιαθέτουν σε στεφανιαία νόσο,  αγγειακά εγκεφαλικά επεισόδια,  κολπική μαρμαρυγή και  νεφρική ανεπάρκεια. Η παρουσία υπερουριχαιμίας σχετίζεται με 80% αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης υπέρτασης σε   νέους ανθρώπους  ενώ αύξηση του ουρικού οξέος στο αίμα κατά 1 mg/dL συμβάλλει στην αύξηση κατά 12% του κινδύνου θανάτου από καρδιαγγειακή νόσο. Αυτή η σχέση πιστεύεται ότι είναι ισχυρότερη στις γυναίκες. Παρά αυτές τις συσχετίσεις της υπερουριχαιμίας με τους παράγοντες καρδιαγγειακού κινδύνου, είναι αμφιλεγόμενο το κατά πόσον το ουρικό οξύ αυτό καθεαυτό  είναι ανεξάρτητος προγνωστικός παράγοντας καρδιαγγειακής νόσου . Επίσης δεν έχει τεκμηριωθεί αν η ασυμπτωματική υπερουριχαιμία πρέπει να θεραπεύεται με φαρμακευτική αγωγή ή όχι. Εκείνο που σίγουρα δρα ευεργετικά  στη μείωση του ουρικού οξέος είναι  η απώλεια του περιττού βάρους, η διατροφή χαμηλή σε πουρίνες και η μείωση ή αποφυγή του αλκοόλ.

Σχετικά Άρθρα

  • 22/11/2020

  • 22/08/2021

  • 18/07/2021

  • 05/10/2021

  • 13/09/2021

  • 20/03/2015

Πρόσφατα Άρθρα