Στη στένωση της αορτικής βαλβίδας  λόγω ασβέστωσης των πτυχών της παρεμποδίζεται η ομαλή διάνοιξη της βαλβίδας με αποτέλεσμα να διαταράσσεται η  ελεύθερη ροή του αίματος που εξωθείται από την καρδιά στη συστηματική κυκλοφορία. Πρόκειται για τη συχνότερη βαλβιδοπάθεια των ηλικιωμένων ατόμων άνω των 65 ετών. Σε περιπτώσεις που η στένωση περιορίζει αρκετά το άνοιγμα της βαλβίδας ο ασθενής παρουσιάζει τη τυπική τριάδα των συμπτωμάτων: στηθάγχη-πόνο στο στήθος στην προσπάθεια,  δύσπνοια-εύκολη κόπωση ή  λιποθυμικά επεισόδια. Η διάγνωση είναι πολύ εύκολη με την ακρόαση της καρδιάς και επιβεβαιώνεται με το υπερηχοκαρδιογράφημα .

Η κλασική θεραπεία της συμπτωματικής στένωσης της αορτικής βαβίδας  είναι η αντικατάσταση της βαλβίδας με χειρουργείο ανοιχτής καρδιάς. Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια αναπτύχθηκε σαν εναλλακτική μέθοδος η διαδερμική αντικατάσταση της αορτικής βαλβίδας – TAVI (transcatheter aortic valve implantation).

Σχεδόν δύο δεκαετίες μετά την πρώτη διακαθετηριακή εμφύτευση αορτικής βαλβίδας το 2002 από τον επεμβατικό Καρδιολόγο Alain Cribier στο πανεπιστημιακό νοσοκομείο της Ρουέν στη Γαλλία, οι τεχνολογικές βελτιώσεις έχουν πλέον καταστήσει την ΤΑVI μία ασφαλή επιλογή για την αντιμετώπιση της στένωσης της αορτικής βαλβίδας, με ποσοστά επιτυχίας που προσεγγίζουν το 98%. Η μέθοδος συνίσταται στην τοποθέτηση μιας εκπτυσσόμενης βιοπροσθετικής βαλβίδας με τη βοήθεια ενός καθετήρα στη θέση της εστενωμένης αορτικής βαλβίδας.  Η προτιμητέα οδός προσπέλασης είναι μέσω της μηριαίας αρτηρίας αλλά σε ειδικές περιπτώσεις η μέθοδος  μπορεί να διενεργηθεί και  διαμέσου της κορυφής της καρδιάς, με μια μικρή τομή στο θωρακικό τοίχωμα. Για την επέμβαση δεν απαιτείται συνήθως γενική αναισθησία ενώ ο ασθενής είναι σε θέση να κινητοποιηθεί  την επομένη ημέρα και να λάβει εξιτήριο από το νοσοκομείο 5-7 ημέρες μετά την επέμβαση.

Οι ασθενείς που υποβάλλονται σε επιτυχή επέμβαση ΤΑVI παρουσιάζουν άμεση βελτίωση των συμπτωμάτων τους  ενώ πρέπει να λαμβάνουν διπλή αντιθρομβωτική αγωγή (ασπιρίνη και κλοπιδογρέλη) για μερικούς μήνες μετά την επέμβαση. Η πιθανότητα εμφάνισης σοβαρών επιπλοκών είναι αρκετά χαμηλή, ενώ μεταξύ των λιγότερο σοβαρών επιπλοκών της τεχνικής συγκαταλέγονται η εμφάνιση μικροαιμορραγιών από τα σημεία εισαγωγής του καθετήρα, και μικρής ανεπάρκειας της προσθετικής βαλβίδας. Σε ένα  ποσοστό ασθενών  με διαταραχές της αγωγιμότητας στο καρδιογράφημα μπορεί να χρειασθεί εμφύτευση μόνιμου βηματοδότη.

Να σημειωθεί ότι η προς το παρόν η μέθοδος απευθύνεται σε ασθενείς στους οποίους η χειρουργική αντιμετώπιση κρίνεται πολύ υψηλού κινδύνου λόγω συνοσηροτήτων όπως σοβαρή χρόνια πνευμονοπάθεια, νεφρική ανεπάρκεια,  προηγούμενη καρδιακή επέμβαση   ή πολύ μεγάλης ηλικίας. Τα δεδομένα των μελετών έρχονται να υποστηρίξουν ότι στο εγγύς μέλλον  η TAVI θα εφαρμόζεται και σε ασθενείς μετρίου εγχειρητικού κινδύνου μετά από προσεκτική επιλογή των ασθενών από την << Ομάδα Καρδιάς>> του κάθε Νοσοκομείου.

Σχετικά Άρθρα

Πρόσφατα Άρθρα