Η μη αλκοολική λιπώδης νόσος του ήπατος είναι η πιο συχνή νόσος του ήπατος παγκοσμίως  αφού αφορά το  25-30% των ατόμων στις δυτικές χώρες με την  επίπτωση της  να αυξάνεται και στις αναπτυσσόμενες χώρες.  Χαρακτηρίζεται από την συσσώρευση τριγλυκεριδίων (ως σταγόνες λιπιδίων) στο κυτταρόπλασμα των ηπατοκυττάρων σε ποσοστό >5% του συνόλου των ηπατοκυττάρων.  Προυπόθεση για την διάγνωση της νόσου είναι  να μην υπάρχει ιστορικό κατάχρησης αιθυλικής αλκοόλης και παράλληλα ο ιολογικός  έλεγχος και ο έλεγχος για  αυτοάνοσο νόσημα ήπατος να είναι αρνητικός.  Στη πραγματικότητα, η μη αλκοολική λιπώδης νόσος του ήπατος περιλαμβάνει ένα ευρύ φάσμα παθολογικών καταστάσεων, από την σχετικά καλοήθη στεάτωση με απλή συσσώρευση λίπους έως και την στεατοηπατίτιδα η οποία χαρακτηρίζεται από φλεγμονή, διόγκωση ηπατοκυττάρων και ίνωση. Η τελευταία  μπορεί να εξελιχθεί σε κίρρωση του ήπατος και ηπατοκυτταρικό καρκίνωμα.  Η μη αλκοολική λιπώδης νόσος του ήπατος θεωρείται  ως η ηπατική εκδήλωση του  κλασσικού μεταβολικού συνδρόμου,  δηλαδή συνοδεύει την κοιλιακή παχυσαρκία, τα αυξημένα τριγλυκερίδια, την υπέρταση  και τον προδιαβήτη ή τον διαβήτη. Επιδημιολογικά δεδομένα δείχνουν ότι οι  καρδιαγγειακές παθήσεις αποτελούν την κυριότερη αιτία θανάτου στα άτομα με λιπώδη νόσο του ήπατος.  Η παρουσία μικροαγγειακών βλαβών, η διαταραχή της λειτουργίας του ενδοθηλίου εξ αιτίας φλεγμονής, η αυξημένη αορτική σκληρία, η ινσουλινοαντίσταση καθώς και το οξειδωτικό στρες είναι από τους κύριους μηχανισμούς οι οποίοι αυξάνουν τον καρδιαγγειακό κίνδυνο καθώς και την εμφάνιση αρτηριακής υπέρτασης. Αντίστροφα, σε ασθενείς  οι οποίοι δεν εμφανίζουν πτώση της αρτηριακής πίεσης την νύχτα(non-dippers) έρευνες δείχνουν πως η επίπτωση της  λιπώδους διήθησης του ήπατος  είναι μεγαλύτερη. Σε μια πρόσφατη μελέτη η αύξηση του λίπους στο ήπαρ που διαπιστώθηκε με την  αξονική τομογραφία ήταν ευθέως ανάλογη με την αύξηση της συστολικής και της διαστολικής αρτηριακής πίεσης, την αύξηση της γλυκόζης νηστείας, την αύξηση των τριγλυκεριδίων και τη μείωση της HDL χοληστερόλης.

Η στενή συσχέτιση μεταξύ λιπώδους διήθησης και καρδιαγγειακών νοσημάτων υποδηλώνει αυξημένη ανάγκη για πρώιμη διάγνωση και κατάλληλη θεραπεία των καρδιομεταβολικών παραγόντων: ρύθμιση της γλυκόζης εάν υπάρχει διαβήτης, ρύθμιση της αρτηριακής πίεσης επί υπέρτασης και ρύθμιση των λιπιδίων επί δυσλιπιδαιμίας. . Η χορήγηση στατίνης στη λιπώδη διήθηση ξέρουμε σήμερα ότι είναι ασφαλής παρά τη συνηθισμένη παθολογική τιμή των τρανσαμινασών . Θα πρέπει να αποφεύγεται η λήψη αλκοόλ, το οποίο επιδεινώνει τη λιπώδη διήθηση.

Καθώς δεν υπάρχει ενδεδειγμένη θεραπεία για την αντιμετώπισή της,  η μείωση του σωματικού βάρους είναι η μόνη θεραπεία που έχει αποδειχθεί αποτελεσματική και ασφαλής.

Σχετικά Άρθρα

Πρόσφατα Άρθρα