Η διαλείπουσα χωλότητα, αποτελεί ένα  πρώιμο  σύμπτωμα της περιφερικής αρτηριοπάθειας, μιας πάθησης που χαρακτηρίζεται από προοδευτική στένωση των αρτηριών των άκρων εξ αιτίας της υποκείμενης αθηροσκλήρωσης. Περιγράφεται ως  πόνος τύπου κράμπας στο ένα ή και στα δύο πόδια κατά την άσκηση, συνήθως στο επίπεδο της γαστροκνημίας  που αναγκάζει το άτομο να σταματήσει την άσκηση ή να ελαττώσει την  έντασή της. Το ενόχλημα  υποχωρεί πλήρως με την ανάπαυση. Με την πρόοδο της στένωσης, ο πόνος στη γαστροκνημία μπορεί  που συνοδεύεται  και  από λεύκανση του πάσχοντος άκρου,  μείωση της θερμοκρασίας του (ψυχρό άκρο)  και  εξαφάνιση του σφυγμού κατά τη ψηλάφηση. Η ιστορία της διαλείπουσας χωλότητας ξεκινά το 1831 όταν ο κτηνίατρος Bouley στο Παρίσι  παρατήρησε πως ένας θρόμβος που  απέκλειε  τη ροή αίματος στην αρτηρία  του άκρου ενός αλόγου ήταν η αιτία για την αδράνεια και τη χωλότητα που αυτό παρουσίαζε. Η διάγνωση της περιφερικής αρτηριοπάθειας τεκμηριώνεται με την χρήση των υπερηχογραφικών  τεχνικών (Triplex αρτηριών κάτω άκρων) και της αξονικής αγγειογραφίας.

Η αθηροσκλήρωση προσβάλει όλο το αρτηριακό δένδρο του ασθενούς και η εμφάνισή της σε μία περιφερική αρτηρία του ποδιού  μπορεί  να σηματοδοτεί την παρουσία στενώσεων και στις αρτηρίες της καρδιάς ή του εγκεφάλου. Γνωρίζουμε ότι η περιφερική αρτηριοπάθεια με την διαλείπουσα χωλότητα  συνυπάρχει σε ποσοστό έως και 70% με την  στεφανιαία νόσο. Αυτό σημαίνει πρακτικά ότι οι ασθενείς με περιφερική αρτηριοπάθεια πρέπει να υποβάλλονται σε έλεγχο για ανίχνευσης υποκείμενης στεφανιαίας νόσου μέσω των γνωστών δοκιμασιών ισχαιμίας όπως  το test κοπώσεως, το stress echo,το σπινθηρογράφημα μυοκαρδίου ή την αξονική στεφανιογραφία.  Επιπλέον, οι ασθενείς πρέπει να ελέγχονται για ενδεχόμενες βλάβες στις καρωτίδες που ενοχοποιούνται για την εμφάνιση αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου.

Η διακοπή του καπνίσματος και εφαρμογή ενός προγράμματος καθημερινής άσκησης συμβάλουν αποδεδειγμένα στη σημαντική μείωση των συμπτωμάτων βελτιώνοντας την ποιότητα ζωής των ασθενών με περιφερική αρτηριοπάθεια και την ανάγκη υποβολής τους σε επεμβατικές θεραπείες.   Η διαχείριση του σακχαρώδους διαβήτη, η ρύθμιση της αρτηριακής πίεσης και της LDL χοληστερόλης κάτω του 100 mg/dl, και η λήψη της κατάλληλης αντιθρομβωτικής αγωγής συντελούν στη μείωση του συνολικού καρδιαγγειακού  κινδύνου. Σε περιπτώσεις που τα συμπτώματα παραμένουν, την λύση στις περισσότερες των περιπτώσεων θα δώσει η αγγειοπλαστική  ή σε πιο ακραίες περιπτώσεις το χειρουργικό by pass.