Το ήπαρ λαμβάνει το 20% της καρδιακής παροχής και  βρίσκεται σε στενή αμφίδρομη αλληλεπίδραση με την καρδιά. Η καρδιακή ανεπάρκεια είτε κατά την οξεία απορρύθμιση, είτε με τη μορφή της χρόνιας συμφόρησης μπορεί να οδηγήσει  σε ισχαιμική ηπατίτιδα και  την πρόκληση της χαρακτηριστικής διόγκωσης του ήπατος, το λεγόμενο καρδιακό ήπαρ. Παρομοίως, σε ασθενείς με προχωρημένη κίρρωση του ήπατος το καρδιαγγειακό σύστημα επηρεάζεται τουλάχιστον στο 50%  αυτών.

Η κίρρωση ήπατος είναι ένα νόσημα που  συνήθως προκαλείται από υπέρμετρη χρόνια κατανάλωση αλκοόλ, χρόνια λοίμωξη από ιούς της ηπατίτιδας ή από λιπώδη διήθηση  του ήπατος σε ασθενείς με  συνοδούς καρδιομεταβολικούς παράγοντες όπως τον  σακχαρώδη διαβήτη και την κοιλιακή παχυσαρκία. Τo 1953, οι Kowalski και Abelmann περιέγραψαν για πρώτη φορά τις μεταβολές στην καρδιακή λειτουργία ασθενών με αλκοολική κίρρωση του ήπατος. Υπενθυμίζεται, ότι  η υπέρμετρη κατανάλωση αλκοόλ έχει τοξική δράση απευθείας στη καρδιά ανεξάρτητα από την  πρόκληση ηπατικής βλάβης. Ευτυχώς, με την έγκαιρη διακοπή του αλκοόλ  σε αρκετές από τις περιπτώσεις αυτές, η καρδιακή λειτουργία συνήθως βελτιώνεται  φθάνοντας έως και την πλήρη αποκατάσταση.

Σήμερα γνωρίζουμε ότι σε ασθενείς με κίρρωση, ανεξαρτήτως αιτιολογίας, η καρδιά αναγκάζεται να παράγει περισσότερο έργο καθώς αυξάνεται η καρδιακή παροχή μέσω νευροορμονικών και ανοσολογικών μηχανισμών.  Επιπλέον,  μέσω  άμεσης επίδρασης  στο ίδιο το καρδιακό μυοκύτταρο, παρατηρούνται διαταραχές στην  αντίδραση  της καρδιάς σε  συνθήκες στρες. Στη λεγόμενη <<κιρρωτική>> μυοκαρδιοπάθεια η καρδιακή λειτουργία μοιάζει φυσιολογική σε ηρεμία, αλλά σε καταστάσεις στρες όπως κατά τη διάρκεια μίας λοίμωξης, αλλά και κατά την περίοδο αμέσως μετά τη μεταμόσχευση ήπατος μπορεί να αναδειχθεί μία  κλινικά έκδηλη καρδιακή ανεπάρκεια. Σε αυτή την συνοδό  “λανθάνουσα”  καρδιακή ανεπάρκεια  αποδίδεται έως και το 20% των θανάτων σε κιρρωτικούς ασθενείς που υποβάλλονται σε μεταμόσχευση ήπατος. Για τους ανωτέρω λόγους, συστήνεται η διενέργεια λεπτομερούς καρδιολογικής εξέτασης κατά τη διάγνωση της κίρρωσης  καθώς και σε περιπτώσεις που αυτή επιδεινώνεται, όπως για παράδειγμα αν αναπτυχθεί ασκίτης  δηλ συλλογή υγρού στην περιοχή της κοιλιάς.

Αξίζει να σημειωθεί ότι το ήπαρ συμμετέχει στην απορρόφηση, κατανομή και αποβολή πολλών φαρμάκων και επομένως μπορεί να απαιτηθούν προσαρμογές στη δόση καρδιακών φαρμάκων επί ηπατικής δυσλειτουργίας. Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζονται τα αντιπηκτικά φάρμακα και προκειμένου για κουμαρινικά απαιτείται συχνός έλεγχος του INR. Από τα φάρμακα της καρδιακής ανεπάρκειας, δεν συνιστάται προσαρμογή της δόσης για την  αμιωδαρόνη και την φουροσεμίδη  ενώ γενικά αποφεύγονται οι στατίνες σε σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία.

Σχετικά Άρθρα

Πρόσφατα Άρθρα