O αιφνίδιος καρδιακός θάνατος αποτελεί την κύρια αιτία θανάτου στους ενεργούς αθλητές με συχνότητα εμφάνισης 1 στους 50.000 αθλητές ετησίως. Ο αιφνίδιος καρδιακός θάνατος έχει συσχετιστεί με γενετικές δομικές καρδιακές νόσους , όπως η υπερτροφική μυοκαρδιοπάθεια και η αρρυθμιογόνος μυοκαρδιοπάθεια της δεξιάς κοιλίας  ή με γενετικά αρρυθμιολογικά σύνδρομα όπως το σύνδρομο μακρού QT διαστήματος, ή το σύνδρομο της πολύμορφης κατεχολοεξαρτώμενης κοιλιακής ταχυκαρδίας.

Το σύνδρομο μακρού QT διαστήματος προσβάλει 1 στους 2.000 ανθρώπους, χαρακτηρίζεται από επιμήκυνση του QT διαστήματος στο ηλεκτροκαρδιογράφημα και έχει συσχετιστεί με αυξημένη προδιάθεση για συγκοπή και αιφνίδιο καρδιακό θάνατο.  Αφού αποκλεισθούν άλλα αίτια (πχ φαρμακευτικοί παράγοντες) που μπορεί να ευθύνονται για το παρατεταμένο QT, σήμερα ο στοχευμένος γενετικός έλεγχος θα επιβεβαιώσει την διάγνωση και ακολουθεί η προφυλακτική εμφύτευση του απινιδωτή στα άτομα υψηλού κινδύνου.  Μέχρι πρόσφατα οι διεθνείς κατευθυντήριες οδηγίες συνέστηναν τη διακοπή της άθλησης στους αθλητές με θετικό γενετικό έλεγχο μακρού QT  εξαιτίας του αυξημένου κινδύνου αιφνίδιου καρδιακού θανάτου . Νέα δεδομένα όμως που δημοσιεύτηκαν πρόσφατα από την ερευνητική ομάδα της Mayo Clinic γεννούν νέα ερωτήματα για την αναγκαιότητα διακοπής της άθλησης σε αθλητές με  τέτοιες γενετικές καρδιακές νόσους.

Στη μελέτη αυτή που διήρκησε 20 έτη, συμμετείχαν 494 νέοι αθλητές με σύνδρομο μακρού QT διαστήματος, εκ των οποίων   58 (11.7%) είχαν υποβληθεί σε εμφύτευση απινιδιστή.   Κατά τη διάρκεια της μελέτης δεν καταγράφηκαν επεισόδια αιφνίδιου καρδιακού θανάτου σχετιζόμενου με την άθληση σε κανέναν αθλητή και η πλειονότητα των αθλητών (94.1%) δεν παρουσίασε καρδιαγγειακό επεισόδιο σχετιζόμενο με το σύνδρομο μακρού QT διαστήματος.   Από το 5.9% των ασθενών με καρδιαγγειακά συμβάματα , μόλις το 3% παρουσίασε καρδιαγγειακά συμβάματα μετά την επανέναρξη της άθλησης , από τους οποίους το 0.6% κατά τη διάρκεια της άθλησης και το 2.4% κατά τη διάρκεια άλλων δραστηριοτήτων. Όπως εκτιμήθηκε από τους ερευνητές η πιθανότητα εμφάνισης μη θανατηφόρων συμβαμάτων κατά τη διάρκεια της άθλησης ήταν περίπου 1% ετησίως.

Όπως διαφαίνεται από τα αποτελέσματα της μελέτης, αθλητές  που λαμβάνουν τη βέλτιστη θεραπεία, έχουν εκτιμηθεί πλήρως από τους θεράποντες ιατρούς και έχουν υποβληθεί σε έλεγχο διαστρωμάτωσης αρρυθμιολογικού κινδύνου, μπορούν να επιστρέψουν με ασφάλεια στην άθληση έχοντας στενή παρακολούθηση από τους θεράποντες καρδιολόγους.