Εκτιμάται ότι περίπου 11 στους 1000 ενήλικες στη χώρα μας πάσχουν από κάποιο ρευματολογικό νόσημα ή αλλιώς νόσημα του συνδετικού ιστού. Στις αυτοάνοσες αυτές ρευματικές παθήσεις, συγκαταλέγονται η ρευματοειδής αρθρίτιδα, η ψωριασική αρθρίτιδα, η αγκυλοποιητική σπονδυλίτιδα, το σκληρόδερμα, ο συστηματικός ερυθηματώδης λύκος, οι μυοσίτιδες, οι αγγειίτιδες και το σύνδρομο Sjögren. Αν και η αιτιοπαθογένεια των νοσημάτων αυτών δεν είναι πλήρως αποσαφηνισμένη, κοινό χαρακτηριστικό τους αποτελεί η ενεργοποίηση του ανοσοποιητικού συστήματος έναντι συστατικών του ίδιου του οργανισμού με αποτέλεσμα τη φλεγμονή και τη δυσλειτουργία των προσβαλλόμενων οργάνων.

Εκτός από τις χαρακτηριστικές εκδηλώσεις κάθε πάθησης, οι ασθενείς με ρευματικά νοσήματα διατρέχουν επιπλέον αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης καρδιαγγειακών νοσημάτων συγκριτικά με τον γενικό πληθυσμό. Για παράδειγμα, στους ασθενείς με ρευματοειδή αρθρίτιδα ο κίνδυνος πρώιμης δυσλειτουργίας του ενδοθηλίου και αθηρωμάτωσης  είναι παρόμοιος με αυτόν που παρουσιάζουν οι ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη.  Περίοδοι έξαρσης της νόσου με υψηλές τιμές των δεικτών φλεγμονής υποδηλώνουν ταυτόχρονα υψηλότερο κίνδυνο εκδήλωσης καρδιαγγειακής νόσου.

Η ενεργοποίηση των φλεγμονωδών  μηχανισμών,  μπορεί  να επηρεάσει , πέραν των στεφανιαίων αρτηριών,  και το μυοκάρδιο, τις καρδιακές βαλβίδες, το περικάρδιο και το σύστημα ηλεκτρικής αγωγιμότητας της καρδιάς. Η καρδιαγγειακή προσβολή μπορεί να είναι ήπια και κλινικά σιωπηλή, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να γίνει σοβαρή και απειλητική για τη ζωή. Ανάλογα με τη δομή που προσβάλλεται από τη φλεγμονή, οι ασθενείς είναι δυνατόν να παρουσιάσουν στεφανιαία νόσο, με κυριότερη  εκδήλωση το έμφραγμα του μυοκαρδίου, οξεία μυοκαρδίτιδα, οξεία περικαρδίτιδα, μυοκαρδιακή ίνωση και καρδιακή ανεπάρκεια, δυσλειτουργία των καρδιακών βαλβίδων ή αρρυθμίες. Ιδιαίτερα συχνή σε ορισμένο τύπο ρευματικών παθήσεων, είναι η προσβολή των μικρών αγγείων του πνεύμονα που οδηγεί στην πνευμονική υπέρταση, μια οντότητα που εκδηλώνεται κλινικά με δύσπνοια επιβαρύνοντας προοδευτικά και την καρδιακή λειτουργία.

Αρχικά η αξιολόγηση του καρδιαγγειακού κινδύνου, μέσω στενής συνεργασίας ρευματολόγων και καρδιολόγων, πρέπει να αποτελεί ρουτίνα σε αυτούς τους ασθενείς. Οι κύριοι πυλώνες της μείωσης του καρδιαγγειακού κινδύνου είναι η συνδυασμένη  διαχείριση των παραγόντων καρδιαγγειακού κινδύνου (υπέρτασης, αυξημένης χοληστερόλης, σακχαρώδη διαβήτη, παχυσαρκίας, καπνίσματος) από τον καρδιολογό  και ο αυστηρός έλεγχος της δραστηριότητας της νόσου από τον ρευματολόγο. Είναι ενθαρρυντικό  το γεγονός ότι  οι σύγχρονες φαρμακευτικές θεραπείες που χρησιμοποιούνται για τον έλεγχο της ενεργότητας των ρευματικών νοσημάτων (βιολογικοί κυρίως παράγοντες)  φαίνεται να  συμβάλουν και στη  μείωση του  υποκείμενου καρδιαγγειακού κινδύνου.

Σχετικά Άρθρα

Πρόσφατα Άρθρα