Το εντερικό μικροβίωμα απαρτίζεται από το σύνολο των τρισεκατομμυρίων μικροβίων που συμβιώνουν στον γαστρεντερικό σωλήνα, το γονιδίωμα των οποίων με τα προϊόντα της μεταγραφής και της μετάφρασης του, επηρεάζει τη λειτουργία όλου του οργανισμού μας.  Η  δυσλειτουργία του εντερικού μικροβιώματος, μια διαδικασία που ονομάζεται δυσβίωση, έχει ενοχοποιηθεί για αύξηση του καρδιαγγειακού κινδύνου. Μέσω παραγωγής τοξικών μεταβολιτών που πυροδοτούν μηχανισμούς φλεγμονής και αυτοανοσίας, η δυσβίωση του μικροβιώματος έχει συσχετισθεί με εμφάνιση ή και επιδείνωση  προυπάρχουσας καρδιαγγειακής νόσου, δυσλιπιδαιμίας, αρτηριακής υπέρτασης, , σακχαρώδη διαβήτη, ακόμη και καρκινογένεσης.

Ποικίλοι παράγοντες μπορεί να επηρεάσουν τη σύνθεση  της βακτηριακής κοινότητας που αποικίζει τον γαστρεντερικό σωλήνα; πχ  η μέθοδος τοκετού (διαφορετικός αποικισμός μεταξύ καισαρικής και κολπικού τοκετού), η  γεωγραφική προέλευση  ( οι Κινέζοι που καταναλώνουν πολλά αμυλούχα θα φέρουν αντίστοιχους πληθυσμούς μικροβίων που μεταβολίζουν υδατάνθρακες), η ηλικία  (η βακτηριακή ποικιλομορφία αυξάνεται με την πάροδο του χρόνου, σταθεροποιείται στην μέση ενήλικο ζωή και μετά τα 70 περίπου έτη φθίνει όπως φθίνουν και άλλες λειτουργίες του οργανισμού λόγω γήρανσης.). Όμως οι  διατροφικές συνήθειες είναι αυτές που παίζουν καθοριστικό ρόλο στη ομαλή λειτουργία του εντερικοιύ μικροβιώματος. Πιο συγκεκριμένα, το τριμεθυλαμινικό -Ν-οξείδιο (ΤΜΑΟ) που αποτελεί προϊόν μεταβολισμού χολίνης (λήψη από  κατανάλωση κόκκινου κρέατος, ή  τυποποιημένων γαλακτοκομικών) έχει συσχετισθεί με τριπλάσια αύξηση του καρδιαγγειακού κινδύνου μέσω προόδου της αθηρογένεσης των στεφανιαίων αρτηριών. Η πορεία προς την αθηροσκλήρυνση μεσολαβείται από επικράτηση δυσβιωτικών βακτηριοειδών που προκαλούν μέσω των προιόντων τους ενδοθηλιακή δυσλειτουργία, φλεγμονή, λιπιδαιμική εκτροπή με μείωση παραγωγής των ευεργετικών λιπαρών οξέων βραχείας αλύσσου και μειωμένη ανοχή στη γλυκόζη.   Βακτηριακοί μεταβολίτες, όπως το τριμεθυλαμινικό -Ν-οξείδιο αλλά και δομικά βακτηριακά στοιχεία, όπως η ενδοτοξίνη (LPS), που η παραγωγή τους είναι άμεσα συνδεδεμένη με το είδος της διατροφής και την μικροβιακή ποικιλότητα, αποτελούν τα επιβλαβή εκείνα στοιχεία που μπορεί στο μέλλον  να αποτελέσουν υποσχόμενους στόχους θεραπείας στη πρόληψη των καρδιαγγειακών νοσημάτων.

.

Συμπερασματικά, νέοι θεραπευτικοί ορίζοντες ανοίγονται με τη στόχευση ουσιών του άξονα καρδιάς -εντέρου με τα μόρια-συνδέτες ΤΜΑΟ και τους αντί-LPS παράγοντες να επικρατούν, ενώ συνδυαστικά με φυσική  άσκηση και μια διατροφή πλούσια σε ίνες, φρούτα, λαχανικά, εξασφαλίζεται η υγεία του εντερικού μικροβιώματος σαν μέτρο πρόληψης καρδιαγγειακής νόσου.

Σχετικά Άρθρα

  • 29/08/2022

  • 13/06/2021

  • 29/05/2022

  • 13/12/2021

  • 22/08/2021

  • 25/07/2021

Πρόσφατα Άρθρα